ἡδέων

ἡδέων
ἡδύς
pleasant
masc/neut gen pl (epic doric ionic aeolic)
ἡδέω̆ν , ἡδύς
pleasant
masc/neut gen pl
ἡδύς
pleasant
masc/neut gen pl
ἡδέω̆ν , ἡδύς
pleasant
gen pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • TITHONUS — Laomedontis, Troianorum Regis, fil. qui cum ob formae praestantiam ab Aurora adamaretur, ab eadem raptus est, et curru eius in Aethiopiam advectus, ubi et Memnonem ex ea genuit. Vide Servium in illud l. 4. Aen. v. 585. Et iam prima novô spargebat …   Hofmann J. Lexicon universale

  • μέλι — Ρευστή σακχαρώδης ουσία με ιδιαίτερο άρωμα. Προέρχεται από το νέκταρ των ανθέων, το οποίο απορροφούν οι μέλισσες και αποθηκεύουν στον πρόλοβό τους. Το νέκταρ είναι ένας γλυκός χυμός που εκκρίνεται από ειδικούς αδένες των ανθέων και αποτελείται… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”